1. Θέματα

Σάν σήμερα τό 1927, Σβάντε Ἀρρένιους.

τοῦ Τάσου Γέροντα


Ὁ Σβάντε Ἄουγκουστ Ἀρρένιους (Svante August Arrhenius) εἶναι βραβευμένος μέ Νόμπελ Σουηδός ἐπιστήμονας, ἀρχικά φυσικός, ἀλλά συχνά ἀναφέρεται ὡς χημικός καί ἕνας ἀπό τούς ἱδρυτές τῆς ἐπιστήμης τῆς φυσικοχημείας. Πῆρε τό βραβεῖο Νόμπελ Χημείας τό 1903, καθιστῶντας τον τόν πρῶτο Σουηδό πού πῆρε Νόμπελ, καί τό 1905 ἔγινε διευθυντής τοῦ Ἰνστιτούτου Νόμπελ, ὅπου παρέμεινε μέχρι τόν θάνατό του.


Γεννήθηκε στό Βικ, κοντά στήν Οὐψάλα, στίς 19 Φεβρουαρίου 1859. Ἦταν γιός τοῦ Σβάντε Γκούσταφ Ἀρρένιους καί τῆς Καρολίνα Κρισίνα Τούνμπεργκ. Οἱ πρόγονοί του ἦσαν γεωργοί. Ὁ θεῖος του ἔγινε καθηγητής βοτανικῆς καί πρύτανης τοῦ Γεωπονικοῦ Κολεγίου Οὐλτούνα, κοντά στήν Οὐψάλα, καί ἀργότερα γραμματέας τῆς Σουηδικῆς Γεωργικῆς Ἀκαδημίας. Ὁ πατέρας του ἦταν διοικητικός ὑπάλληλος στό Πανεπιστήμιο τῆς Οὐψάλας. Ἡ οἰκογένεια μετακόμισε στήν Οὐψάλα τό 1860.
Ὁ μικρός Σβάντε φοίτησε στό καθολικό σχολεῖο, τοῦ ὁποίου ὁ διευθυντής ἦταν πολύ καλός δάσκαλος τῆς φυσικῆς. Ἔμαθε νά διαβάζει μόνος του ἀπό ἡλικία τριῶν ἐτῶν καί ἔδειξε πολύ νωρίς ἀσυνήθιστη εὐχέρεια στούς ἀριθμητικούς ὑπολογισμούς. Στό σχολεῖο ἐνδιαφέρθηκε ἔντονα γιά τά μαθηματικά καί τή φυσική.


Tό 1876 μπῆκε στό Πανεπιστήμιο τῆς Οὐψάλας, ὅπου σπούδασε μαθηματικά, χημεία καί φυσική. Ἦταν ὅμως δυσαρεστημένος μέ τόν ἐπικεφαλής ἐκπαιδευτή τῆς φυσικῆς καθώς καί μέ τό μόνο μέλος ΔΕΠ πού θά μποροῦσε νά τόν ἐποπτεύσει στή χημεία, ὁπότε ἔφυγε γιά σπουδές στή Στοκχόλμη τό 1881. Ἐκεῖ ὁ Ἀρρένιους ξεκίνησε τό ἑρευνητικό του ἔργο στίς μετρήσεις τῆς ἠλεκτρεγερτικῆς δύναμης, ἀλλά σύντομα στράφηκε σέ ἄλλα ἑρευνητικά πεδία. Τό 1884 δημοσίευσε στά γαλλικά τή διατριβή μέ τίτλο «Ἕρευνες πάνω στή γαλβανική ἀγωγιμότητα τῶν ἠλεκτρολυτῶν». Τό κυριότερο συμπέρασμα τῆς μελέτης αὐτῆς ἦταν ὅτι οἱ ἠλεκτρολύτες, ὅταν διαλύονται στό νερό, διασπῶνται (ὁ σωστός ὅρος εἶναι «διίστανται») σέ διαφορετικό ποσοστό σέ θετικά καί ἀρνητικά ἰόντα. Ὁ Φαραντέι εἶχε δώσει τό ὄνομα "ἰόντα" πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Ὅμως ὁ Φαραντέι πίστευε ὅτι τά ἰόντα παράγονται στή διαδικασία τῆς ἠλεκτρόλυσης, δηλαδή ἦταν ἀπαραίτητη μία ἐξωτερική πηγή ἠλεκτρικῆς ἐνέργειας συνεχοῦς ρεύματος γιά τή δημιουργία τῶν ἰόντων. Ἀντίθετα, ὁ Ἀρρένιους πρότεινε ὅτι, ἀκόμη καί ἄν δέν ὑπῆρχε ἠλεκτρικό ρεῦμα, τά ὑδατικά διαλύματα ἁλάτων περιεῖχαν ἰόντα. Ἔτσι πρότεινε ὅτι οἱ χημικές ἀντιδράσεις στό διάλυμα ἦσαν ἀντιδράσεις μεταξύ ἰόντων. Δέν ἄργησε νά γίνει φανερή ἡ θεμελιώδης σημασία τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἀρρένιους, καί στά τέλη τοῦ 1884 πῆρε τό διδακτορικό του στήν Οὐψάλα στή Φυσικοχημεία - ἡ πρώτη ἀπονομή διδακτορικοῦ διπλώματος στή Σουηδία σέ αὐτό τό νέο ἐπιστημονικό πεδίο.


Σέ μία ἐπέκταση τῆς ἰοντικῆς θεωρίας του, τό 1884 ὁ Ἀρρένιους πρότεινε ὁρισμούς γιά τά ὀξέα καί τίς βάσεις. Πίστευε ὅτι τά ὀξέα εἶναι οὐσίες πού παράγουν κατιόντα ὑδρογόνου σέ διάλυμα καί ὅτι οἱ βάσεις εἶναι οὐσίες πού παράγουν ἰόντα ὑδροξειδίου ὅταν διαλυθοῦν στό νερό.


Ἕνα ἀκόμα πεδίο στό ὁποῖο διέπρεψε ὁ Ἀρρένιους ἦταν ἡ Φυσιολογική Χημεία. Μελέτησε τίς τοξίνες καί τίς ἀντιτοξίνες χρησιμοποιῶντας τούς νόμους τῆς χημικῆς ἰσορροπίας. Τό 1907 δημοσίευσε τήν «Ἀνοσοχημεία», τό 1915 τούς «Ποσοτικούς Νόμους τῆς Βιολογικῆς Χημείας» καί τό 1918 τίς «Διαλέξεις στή Θεωρία τῶν Διαλυμάτων».

Ὁ Ἀρρένιους ἐνδιαφέρθηκε καί γιά πολλούς κλάδους τῆς φυσικῆς. Ἀσχολήθηκε μέ τή σημασία γιά τό κλίμα τῶν ἐκπομπῶν τοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα στήν ἀτμόσφαιρα, μέ τή θεωρία τῆς πανσπερμίας καί αὔξησε τίς γνώσεις μας γιά τό βόρειο σέλας. Τό 1903 παρουσίασε τό «Σύγγραμμα Κοσμικῆς Φυσικῆς».


Πολλές σύντομες ὁμιλίες καί δημοσιεύσεις μαρτυροῦν τό ταλέντο τοῦ Ἀρρένιους στήν ἐκλαΐκευση ἐπιστημονικῶν θεμάτων. Εἰδικά κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες τῆς ζωῆς του δημοσίευσε μιά σειρά ἀπό δημοφιλή βιβλία, τά ὁποῖα μεταφράστηκαν σέ πολλές γλῶσσες καί γνώρισαν πολλές ἐκδόσεις. Σ' αὐτά ἀνήκουν τά «Ἡ εὐλογιά καί ἡ καταπολέμησή της» (1913), «Τό πεπρωμένο τῶν ἄστρων (1915)», «Χημεία καί σύγχρονη ζωή» (1919) καί ἄλλα.


Ἦταν ὁ πρῶτος πού χρησιμοποίησε τίς βασικές ἀρχές τῆς φυσικοχημείας γιά νά ὑπολογίσει μιά ἐκτίμηση γιά τόν βαθμό, στόν ὁποῖο ἡ αὔξηση τοῦ ἀτμοσφαιρικοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα αὐξάνει τή θερμοκρασία τῆς ἐπιφάνειας τῆς Γῆς μέσῳ τοῦ φαινομένου Ἀρρένιους. Οἱ ὑπολογισμοί του ὁδήγησαν στό συμπέρασμα ὅτι οἱ προκαλούμενες ἀπό τόν ἄνθρωπο ἐκπομπές διοξειδίου τοῦ ἄνθρακα εἶναι ἀρκετά μεγάλες γιά νά προκαλέσουν παγκόσμια ὑπερθέρμανση.


Ὁ Ἀρρένιους σταμάτησε νά ἐργάζεται στίς ἀρχές τοῦ 1927, πάσχοντας ἀπό ὑπερκόπωση καί ἄρχισε νά γράφει τά ἀπομνημονεύματά του μέχρι τόν θάνατό του. Τήν ἡμέρα ἐκείνη τό ἡμερολόγιο ἔδειχνε 2 Ὀκτωβρίου 1927.


Οἱ διαρκεῖς συνεισφορές του στήν ἐπιστήμη εἶναι παραδειγματικές καί γι' αὐτό μνημονεύεται στήν ἐξίσωση Ἀρρένιους, στόν ὁρισμό ἑνός ὀξέος κατά Ἀρρένιους, στόν σεληνιακό κρατήρα Ἀρρένιους, στό βουνό Αρρενιουσφγιελέτ στή Νορβηγία καί στά ἐργαστήρια Ἀρρένιους στό Πανεπιστήμιο τῆς Στοκχόλμης.


Ὑπάρχει μία ἐνδιαφέρουσα ἱστορία σχετικά μέ τόν χαρακτῆρα του. Ἡ Ἐπιτροπή τοῦ Νόμπελ Χημείας πρότεινε στή Σουηδική Ἀκαδημία νά ἀπονείμει τό βραβεῖο Νόμπελ Χημείας τοῦ 1906 στόν Μεντελέγιεφ γιά τή δημιουργία τοῦ περιοδικοῦ συστήματος. Ὁ Ἀρρένιους, ἄν καί δέν ἦταν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Νόμπελ Χημείας, εἶχε μεγάλη ἐπιρροή στήν Ἀκαδημία καί πίεσε γιά τήν ἀπόρριψη τοῦ Μεντελέγιεφ, ὑποστηρίζοντας ὅτι τό περιοδικό σύστημα ἦταν πλέον πολύ παλιό γιά νά ἀναγνωριστεῖ τό 1906. Σύμφωνα μέ ἐπιστήμονες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀρρένιους κινήθηκε ἀπό τό μῖσος πού εἶχε γιά τόν Μεντελέγιεφ, ἐπειδή ἐκεῖνος τοῦ ἄσκησε κριτική στή θεωρία γιά τήν ἀντίδραση ὀξέος-βάσης. Μετά ἀπό ἔντονη λογομαχία, ἡ πλειοψηφία τῆς Ἀκαδημίας ψήφισε ὑπέρ τοῦ Μουασάν γιά τό Νόμπελ Χημείας.


Οἱ ἐκ νέου προσπάθειες νά προταθεῖ ὁ Μεντελέγιεφ τό 1907 συνάντησαν καί πάλι τήν ἀπόλυτη ἀντίθεση τοῦ Ἀρρένιους.