1. Θέματα

Σάν σήμερα τό 1959: Φράνκ Λόυντ Ράιτ

Τοῦ Τάσου Γέροντα


Σάν σήμερα, 9 Απριλίου, τό 1959 πέθανε ὁ Φράνκ Λόυντ Ράιτ, Ἀμερικανός ἀρχιτέκτονας. Ἦταν ἀκόμα ἐν ζωῇ ὅταν χαρακτηρίστηκε ὡς «ὁ μεγαλύτερος Ἀμερικανός ἀρχιτέκτονας ὅλων τῶν ἐποχῶν». Ἄς δοῦμε τό γιατί.


Ὁ Φράνκ Λόυντ Ράιτ γεννήθηκε στήν ἀγροτική πόλη Ρίτσλαντ Σέντερ τοῦ Οὐισκόνσιν τῶν ΗΠΑ στίς 8 Ἰουνίου τοῦ 1867. Παρότι τό ἀρχικό του ὄνομα ἦταν Φράνκ Λίνκολν Ράιτ, τό ἄλλαξε μετά τό διαζύγιο τῶν γονιῶν του, γιά νά τιμήσει τήν οὐαλική οἰκογένεια τῆς μητέρας του. Ὁ πατέρας του, Γουίλλιαμ Κάρι Ράιτ, ἦταν θαυμαστός στήν τοπική κοινωνία ρήτορας, δάσκαλος μουσικῆς, περιστασιακός δικηγόρος καί ἱερέας. Ἡ μητέρα του Ἄννα Λόυντ Τζόουνς ἦταν δασκάλα στό σχολεῖο τῆς κομητείας. Καί οἱ δύο γονεῖς ἦταν ἄτομα μέ ἰσχυρή προσωπικότητα καί ἰδιοσυγκρασιακά ἐνδιαφέροντα, στοιχεῖα πού μεταλαμπάδευσαν στόν Φρανκ. Ὅταν ἡ μητέρα του ἦταν ἔγκυος στόν Φράνκ, εἶχε τήν πεποίθηση ὅτι, μεγαλώνοντας τό παιδί της θά ἔχτιζε πανέμορφα κτήρια. Ὤθησε τόν γιό της πρός αὐτήν τήν κατεύθυνση ἀπό νωρίς, διακοσμῶντας τό βρεφικό δωμάτιο μέ χαρακτικά Βρετανικῶν καθεδρικῶν, ἐνῶ μερικά χρόνια ἀργότερα τοῦ ἔκανε δῶρο ἕνα ἐκπαιδευτικό σέτ ἀπό ἁπλά σχήματα, τά ὁποῖα μποροῦσαν νά συνδυαστοῦν σέ τρισδιάστατες συνθέσεις. Ὁ Ράιτ στήν αὐτοβιογραφία του μιλᾷ γιά τήν ἐπίδραση πού εἶχαν αὐτές οἱ ἀσκήσεις στήν προσέγγισή του στόν σχεδιασμό. Πολλά ἀπό τά κτήριά του εἶναι ἀξιοσημείωτα γιά τήν γεωμετρική καθαρότητα πού ἐπιδεικνύουν.



Οἱ γονεῖς τοῦ Ράιτ πῆραν διαζύγιο τό 1881. Ἔκτοτε ὁ Φράνκ ἀνέλαβε τή φροντίδα τῆς μητέρας του καί τῶν δύο ἀδελφῶν του.


Ἀρχική του ἐπιθυμία ἦταν νά σπουδάσει μηχανικός, ὅμως τό 1888 διέκοψε τίς σπουδές του καί ξεκίνησε νά ἐργάζεται στό ἐργαστήριο τῶν ἀρχιτεκτόνων Ἄντλερ καί Σάλλιβαν στό Σικάγο. Αὐτή ἡ ἐξάσκηση ὤθησε τόν Ράιτ στήν πεποίθηση πώς ἕνα σπίτι πρέπει νά ἐξελίσσεται πρῶτα πρός τά μέσα καί μετά πρός τά ἔξω. Ἕνα σπίτι καί ἕνα κτήριο δέν ἀρκεῖ μόνο νά φαίνεται ὄμορφο ὀφείλει πρωτίστως νά καλύπτει τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν καί ἐργάζονται σέ αὐτό.

Τό 1889 παντρεύτηκε τήν πρώτη του γυναίκα, τήν Κάθριν Λί «Κίττυ» Τόμπιν καί ἔχτισε τό πρῶτο του σπίτι σέ ἔκταση πού ἀγόρασε στό Ὀουκ Πάρκ τοῦ Ἰλλινόις. Ἡ γυναίκα του ἦταν κόρη διάσημου ἐπιχειρηματία, γεγονός πού τόν βοήθησε νά προχωρήσει ἐπαγγελματικά καί νά ἀναλάβει ὅλα τά σχέδια τῆς ἑταιρείας πού δούλευε. Τό 1893 ὁ Λούις Σάλλιβαν ἀνακάλυψε πώς ὁ Ράιτ ἀναλάμβανε καί ἀνεξάρτητα προσωπικά ἔργα. Αἰσθάνθηκε προδομένος καί διέκοψε τή συνεργασία τους. Σέ μία αὐτοβιογραφία του, ὁ Ράιτ ἀνέφερε πώς δέν γνώριζε ὅτι οἱ ἐξωτερικές προσωπικές ἀναθέσεις ἀποτελοῦσαν παραβίαση τῆς σύμβασής του.


Μέχρι τό 1901 ὁ Ράιτ ἀπαριθμοῦσε περίπου πενῆντα ὁλοκληρωμένες κατασκευές, μεταξύ τῶν ὁποίων πολλές οἰκίες στό Ὄουκ Πάρκ.

Τήν περίοδο 1900-1917 τά οἰκιστικά του σχέδια ἦταν γιά «ἐξοχικά σπίτια» (Prairie Houses), πού ἀποκαλοῦνταν ἔτσι ἐπειδή θεωρεῖται ὅτι τό σχέδιό τους συμπλήρωνε ἁρμονικά τήν ὕπαιθρο γύρω ἀπό τό Σικάγο. Αὐτά τά σπίτια χαρακτηρίζονταν ἀπό ἐκτεταμένα, χαμηλά κτήρια, μέ ρηχές, κεκλιμένες ὀροφές, καθαρές γραμμές, κρυφές καμινάδες, ταράτσες καί γεῖσα, καί χρήση τραχειῶν ὑλικῶν. Θεωροῦνται δέ τά πρῶτα δείγματα τοῦ «ἀνοιχτοῦ σχεδιασμοῦ» (open plan). Βασική ἄποψη τοῦ Ράιτ ἦταν πώς ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀποτελεῖ τό ἐπίκεντρο τοῦ ὅλου σχεδίου.


Ὁ Ράιτ δέν ἐργάστηκε μόνο μέ φυσικά ὑλικά, ἀλλά ἀξιοποίησε καί τό σκυρόδεμα. Ἔτσι, ἀπό τά τέλη τοῦ 1920 παρατηρεῖται νά ἐμφανίζονται οἰκίες στήν Καλιφόρνια μέ κλειστές κυβικές μορφές ἀπό σκυρόδεμα. Πολλά ἀπό τά κτήρια τοῦ Ράιτ εἶναι ἀξιοσημείωτα καί γιά τή γεωμετρική τους σαφήνεια.


Μία ἀπό τίς πιό διάσημες ἰδιωτικές οἰκίες τοῦ Ράιτ, ἡ Fallingwater (καταρράκτης) χτίστηκε μεταξύ 1935 καί 1939. Σχεδιάστηκε σύμφωνα μέ τήν ἐπιθυμία τοῦ Ράιτ νά θέσει τούς ἐνοίκους κοντά στό φυσικό περιβάλλον, μέ ἕνα ρυάκι πού καταλήγει σέ καταρράκτη νά περνάει κάτω ἀπό τμῆμα τοῦ σπιτιοῦ. Τό οἰκοδόμημα εἶναι μία σειρά ἀπό μπαλκόνια ὑποστηριζόμενα ἀπό δοκούς, μέ ἀσβεστόλιθο γιά ὅλες τίς κάθετες ἐπιφάνειες καί σκυρόδεμα γιά τίς ὁριζόντιες. Οἱ μηχανικοί τοῦ ἰδιοκτήτη εἶχαν ὑποστηρίξει ὅτι τό σχέδιο δέν ἦταν ἀσφαλές. Ὁ Ράιτ τούς ὑπερκέρασε, ἀλλά ὁ ἐργολάβος πρόσθεσε κρυφά ἐπιπλέον ἀτσάλι στά ὁριζόντια στοιχεῖα σκυροδέματος. Ἀπό τό 1994 μέχρι τό 2002 ἔγιναν ἐκτεταμένες ἐργασίες ἐνίσχυσης καί ἀναστήλωσης τοῦ κτηρίου.


Τή δεκαετία τοῦ 1930 ὁ Ράιτ σχεδίασε καί τά πρῶτα «οὐσονικά» σπίτια. Προοριζόμενα ὡς σπίτια ὑψηλῆς πρακτικότητας γιά πελάτες τῆς μεσαίας τάξης, τά σχέδια βασίζονταν σέ ἁπλά ἀλλά κομψά γεωμετρικά στοιχεῖα. Τά οὐσονικά του σπίτια ἔθεσαν ἕνα νέο στύλ στόν σχεδιασμό τῶν προαστιακῶν κατοικιῶν, τό ὁποῖο μιμήθηκαν πολλοί ἄλλοι ἀρχιτέκτονες. Αὐτά ἦσαν κατά κανόνα μικρές, ἰσόγειες κατοικίες χωρίς γκαράζ καί μεγάλους ἀποθηκευτικούς χώρους, συνήθως σέ σχῆμα L γύρω ἀπό ἕνα κῆπο. Κατασκευάζονταν ἀπό φυσικά ὑλικά, εἶχαν ἐπίπεδες ὀροφές καί μεγάλους ἐξωτερικούς προβόλους γιά παθητική ἡλιακή θέρμανση καί φυσική ψύξη. Ὁ φυσικός φωτισμός ἐξασφαλιζόταν ἀπό πολλά περιμετρικά ὑπερκείμενα παράθυρα, ἐνῶ ἡ θέρμανση ἦταν συχνά ὑποδαπέδια.

Τό ἄλλο μεγάλο ἔργο τοῦ Ράιτ, τό Μουσεῖο Γκούγκενχαϊμ στή Νέα Ὑόρκη, τόν ἀπασχόλησε γιά 16 χρόνια (1943-1959) καί εἶναι πιθανῶς τό πιό ἀναγνωρίσιμο ἔργο του. Τό κτήριο εἶναι μία μπέζ σπεῖρα ἡ ὁποία ξεφυτρώνει ἀπό τήν Πέμπτη Λεωφόρο, μέ τό ἐσωτερικό του νά θυμίζει τό ἐσωτερικό κοχυλιοῦ. Ἡ μοναδική του γεωμετρία ἔχει στόχο νά ἐπιτρέψει στούς ἐπισκέπτες νά ἀπολαύσουν ἀβίαστα τή συλλογή τοῦ μουσείου ἀπό πίνακες ἀφηρημένης τέχνης, ἀνεβαίνοντας μέ ἀνελκυστῆρα στό ψηλότερο ἐπίπεδο καί στή συνέχεια νά βλέπουν τούς πίνακες κατεβαίνοντας τήν κεντρική σπειροειδή ράμπα. Ἡ ἐν λόγῳ ράμπα ἐνσωματώνει κυκλικά σχήματα καί τριγωνικές ἀπλίκες, στοιχεῖα πού συμπληρώνουν τή γεωμετρική φύση τῆς κατασκευῆς. Δυστυχῶς, ὅταν τό μουσεῖο ὁλοκληρώθηκε, ἀγνοήθηκαν ἀρκετές σημαντικές λεπτομέρειες τῶν ἀρχικῶν σχεδίων τοῦ Ράιτ, συμπεριλαμβανομένης τῆς ἐπιθυμίας του νά βαφτεῖ τό ἐσωτερικό μπέζ. Ἐπιπλέον τό Μουσεῖο σχεδιάζει τίς τρέχουσες ἐκθέσεις ἔτσι ὥστε νά προχωρᾷ ὁ θεατής ἀπό τό ἰσόγειο πρός τήν κορυφή τῆς ράμπας, ἀντίθετα μέ τόν ἀρχικό σχεδιασμό τοῦ ἀρχιτέκτονα.


Ὁ Ράιτ σχεδίασε ἐπίσης μερικά ἀπό τά δικά του ροῦχα. Ἡ αἴσθησή του τῆς μόδας ἦταν μοναδική καί συνήθως φοροῦσε ἀκριβά κοστούμια, φουλάρια καί καπέλα. Τόν γοήτευαν τά αὐτοκίνητα, ἀγοράζοντας τό πρῶτο του αὐτοκίνητο τό 1909, ἕνα ἀνοιχτό Stoddard-Dayton καί ἀπέκτησε πολλά ἐξωτικά ὀχήματα μέ τά χρόνια.

Στίς 4 Ἀπριλίου 1959 ὁ Ράιτ νοσηλεύτηκε μέ κοιλιακούς πόνους καί χειρουργήθηκε στίς 6 Ἀπριλίου. Φάνηκε νά ανακάμπτει, ἀλλά τελικά πέθανε ἥσυχα στίς 9 Ἀπριλίου.



Ὁ Φράνκ Λόυντ Ράιτ ἀποτελεῖ τό σύμβολο τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ 20 οῦ αἰώνα λόγῳ τοῦ σχεδιασμοῦ πρωτότυπων καί πρωτοποριακῶν σπιτιῶν, ἐξοχικῶν κατοικιῶν, γραφείων, ἐκκλησιῶν, σχολείων, μουσείων καί πολλῶν ἄλλων δομῶν. Ὑπῆρξε ἕνας κορυφαῖος ἀρχιτέκτονας μέ περισσότερα ἀπό χίλια προσχέδια στό ἐνεργητικό του, ἀπό τά ὁποῖα ὁλοκληρώθηκαν τά 532. Ἀπό αὐτά ἔχουν διατηρηθεῖ τριακόσια περίπου, καθώς κάποια καταστράφηκαν ἀπό ἀκραῖα καιρικά φαινόμενα καί ἄλλα γκρεμίστηκαν.


Ὀκτώ ἀπό τά κτήρια τοῦ Ράιτ – ὁ Καταρράκτης, τό μουσεῖο Γκούγκενχαϊμ στή Νέα Ὑόρκη, τό Hollyhock House, τό σπίτι Jacobs, τό Robie House, τό Taliesin, τό Taliesin West καί τό Unity Temple, συμπεριλήφθησαν στόν κατάλογο τῶν ἔργων Παγκόσμιας Πολιτιστικῆς Κληρονομιᾶς τῆς UNESCO. Η UNESCO δήλωσε γιά τά κτήρια τοῦ Ράιτ «ἔδωσαν καινοτόμες λύσεις στίς ἀνάγκες στέγασης, λατρείας, ἐργασίας ἤ ἀναψυχῆς, ἐπηρεάζοντας ἔντονα τήν ἀνάπτυξη τῆς σύγχρονης ἀρχιτεκτονικῆς στήν Εὐρώπη».