1. Mind the art
  2. Θέατρο

Τελικά, ο εγωϊστής Γιόχαν Φάτσερ καταποντίστηκε;

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Ο καταποντισμός του εγωϊστή Γιόχαν Φάτσερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ, σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα, ήταν μια παράσταση που περιμέναμε με πολλή αγωνία να παρακολουθήσουμε. Ο συνδυασμός ενός έργου που σπάνια ανεβαίνει στις θεατρικές σκηνές και του Σίμου Κακάλα στη σκηνοθεσία αλλά και επί σκηνής -ως είθισται, είναι μια πρόκληση για έναν συστηματικό θεατή ή κάποιον θεατρόφιλο.


Η παράσταση ξεκίνησε με τον Σίμο Κακάλα πίνοντας από ένα πλαστικό ποτηράκι του καφέ να μας εξιστορεί με λίγα λόγια τι πρόκειται να συμβεί στο έργο, μια καθαρά μπρεχτική εισαγωγή από άποψη κειμένου. Ξέρουμε από πριν όχι ο Γιόχαν Φάτσερ θα καταποντιστεί. Θεατές εισέρχονται, ο Κακάλας πίνει γουλιές κι επαναλαμβάνει ξανά και ξανά το κείμενό του και πίσω από αυτόν βρίσκονται καλυμμένοι από ένα νάϋλον, οι ηθοποιοί σε ένα τραπέζι τους οποίους βλέπουμε μόνο ως θολές φιγούρες. Επί αρκετή ώρα συνεχίζει ο Κακάλας τον εισαγωγικό του μονόλογο. Έναν μονόλογο όμως που αναρωτιέμαι αν κανείς άκουσε και κατάλαβε, έναν μονόλογο με τόση αρρυθμία και χαλάρωση – κανένας αρμός ανάμεσα στις φράσεις – που ξεχνούσες από πού ξεκινούσε η πρόταση και πού κατέληγε.


Δεν θα έκανα τόσο μεγάλο ζήτημα την έναρξη αυτή, αλλά θεωρώ πως με κάποιον τρόπο, μια που ήταν κι η έναρξη της παράστασης, έδωσε τον τόνο σε όλη την παράσταση. Μια παράσταση κατά βάση άρρυθμη και ανισομερή. Ο Σίμος Κακάλας ως σκηνοθέτης μας έχει παρουσιάσει πραγματικά εξαιρετικά δείγματα δουλειάς, και ξέρουμε ότι είναι πάντα ένας ανήσυχος καλλιτέχνης που ψάχνεται, βελτιώνεται, εξερευνά και επιζητά απροσδόκητους συνδυασμούς θεατρικών στοιχείων που φέρνουν όμως ουσιαστικά αποτελέσματα. Αυτή τη φορά η ανησυχία του μετατράπηκε μάλλον σε αγωνία.



Ήταν εμφανές ότι υπήρχε ένα σκηνοθετικό horror vacui. Να κάνουμε πολλά, να βρούμε πολλά ευρήματα, να κρατήσουμε ό,τι κάναμε στις πρόβες, να βάλουμε και λίγο φακό εδώ αλλά μόνο για δύο δευτερόλεπτα – μα πώς κάτι τέτοιο θα "γράψει", θα εγκαθιδρυθεί στα μάτια των θεατών, θα γίνει εικόνα και όχι μουντζούρα; Όταν κάποιος σκηνοθετεί, και μάλιστα ένα τέτοιο έργο σε μια τέτοια σκηνή, θα πρέπει μάλλον να έχει κατά νου ότι το πιθανότερο είναι πως η πλειονότητα του κοινού στο οποίο απευθύνεται είναι ένα κοινό τουλάχιστον υποψιασμένο, για να μην πω εκπαιδευμένο θεατρικά με επίσημη παιδεία (ηθοποιοί, σκηνοθέτες, ακαδημαϊκοί κλπ). Με το τελευταίο θα ήθελα να εκφράσω την γενικότερη απαρέσκειά μου στο να βλέπω την πραγματοποίηση πχ σωματικών ασκήσεων που χιλιογνωρίζουμε, να γίνονται επί σκηνής χωρίς ωστόσο να αποκτούν δραματικό ρόλο, ή για να το θέσω αλλιώς, λειτουργικότητα.


Στα θετικά σημεία της παράστασης θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τις επαναλήψεις του ηχοτοπίου, και ευτυχώς ή δυστυχώς τις στιγμές που διακόπτοταν το μπρεχτικό κείμενο και στις οποίες επενέβαινε ο ίδιος ο Κακάλας και σχολίαζαν το κείμενο σε σχέση και με την πραγματικότητα σήμερα. Ίσως θα έπρεπε να προβληματίσει κάπως τον σκηνοθέτη αυτό το γεγονός – ότι αν δηλαδή είναι στη σκηνή το ensemble σβήνει και χάνεται. Αν θα μιλούσαμε για κινηματογράφο, θα προσθέταμε στα θετικά και την "φωτογραφία" όπως θα λέγαμε, εδώ θα μιλήσουμε μόνο για την αισθητική της εικονοποιίας που ναι, ήταν όντως εξαιρετική. Πέρα από την εικονοποιία, όμως, αν υποθέσουμε ότι ένας βασικός στόχος της σκηνοθεσίας είναι να μας πει μια ιστορία, πολύ αμφιβάλλω αν αυτή η ιστορία ειπώθηκε για εμάς ή για εσωτερική τροφοδότηση. Θα είμαι ειλικρινής. Δεν είμαι σε θέση αυτή τη στιγμή να ανασυστήσω παρά ελάχιστα σημεία της ιστορίας και σίγουρα δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν και πώς καταποντίστηκε ο Γιόχαν Φάτσερ και για ποιον λόγο είναι εγωϊστής.


Από τα υπόλοιπα στοιχεία της παράστασης θα ήθελα να αναφερθώ μόνο στη μουσική. Με κάθε ευκαιρία, σε κάθε αφίσα, συνέντευξη ή διαφήμιση πληροφορούμαστε ότι την μουσική έχει συνθέσει ο Γιάννης Αγγελάκας. Κατά κάποιον τρόπο αυτό που μένει μετά το μάρκετινγκ της Πειραματικής του Εθνικού είναι: Μπρεχτ – Κακάλας – Αγγελάκας. Ναι, λοιπόν, γνωρίζουμε καλά πως αυτό είναι ακόμη ένα δέλεαρ για την προσέγγιση του κόσμου στο θέατρο. Αλλά αλίμονο! Με τέτοια έκταση που δόθηκε ας έπαιζε η μουσική έναν πιο σημαντικό, κύριο ρόλο. Ας έπαιζε τον ρόλο που προτείνει ο Μπρεχτ ίσως, της υπενθύμισης ότι αυτό που βλέπουμε δεν είναι αληθινό, της μουσικής ως "τσεκούρι" που θα διακόψει τη δράση, τη ροή, τη συνοχή. Έλα όμως που δεν γινόταν να αναλάβει τον ρόλο αυτόν η μουσική απ' τη στιγμή που δεν υπήρχε τίποτα να σπάσει κι όλα ήταν ήδη σπασμένα και κομματιασμένα; Ήταν απλώς ένα ακόμη στοιχείο, πρόσθετο, θα τολμούσα να πω περιττό.


Εν κατακλείδι, παρακολουθήσαμε μια παράσταση αμήχανη, που αντίθετα με ό,τι μας έχει ως τώρα συνηθίσει ο Σίμος Κακάλας και οι συνεργάτες του, δεν αποτελούσε κάποια πρόταση. Φυσικά, δεν γίνεται και δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να περιμένουμε από κάποιον σκηνοθέτη να είναι πάντα καινοτόμος ή να παραδίδει αριστουργήματα. Δεν είναι μια παράσταση αποτρόπαια, ολωσδιόλου κακή, αλλά είναι μια παράσταση κατώτερη των δυνατοτήτων και της σκηνοθετικής ευφυϊας του Κακάλα.