1. Mind the art
  2. Θέατρο

​Το ακατόρθωτο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε θίξει ελαφρώς το ζήτημα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Θα μπορούσε κάποιος, ελαφρά τη καρδία, να αναρωτηθεί: υπάρχει τέτοιο πράγμα; Γράφονται σήμερα έργα; Για να καταλήξει έπειτα στην κατάφαση: δεν υπάρχουν πια καλοί συγγραφείς, δεν γράφονται τέτοια έργα πια, η εποχή μας δεν μπορεί να παράγει πολιτισμό και λοιπούς γενικόλογους αφορισμούς.


Είναι όμως πράγματι έτσι τα πράγματα; Μήπως όσο μερίδιο ευθύνης έχουν οι συγγραφείς που δεν γράφουν πια "καλά" έργα, έχουμε κι εμείς που δεν τους δίνουμε όχι βήμα, αλλά ούτε καν την παραμικρή φροντίδα, το παραμικρότερο νοιάξιμο, δεν κάνουμε καν τον στοιχειώδη κόπο να ψάξουμε και να διαβάσουμε. Τούτο, βέβαια, συμβαίνει με όλους τους νέους συγγραφείς, όχι μόνο τους θεατρικούς. Δεν γράφεται ποίηση λέμε, δεν γράφονται καλά μυθιστορήματα – λες κι έχουμε πια εξαντλήσει τις νέες φωνές που εμφανίζονται (και μάλιστα αποτελούν ένα τεράστιο πλήθος, όπως κατέδειξε και η πρόσφατη ΔΕΒΘ).


Ας μην ξεφεύγω όμως απ' το θέμα μου. Οι θεατρικοί συγγραφείς είναι μια κατηγορία που της πρέπει προσοχή για πολλούς λόγους. Κυρίως γιατί είναι ίσως η λιγότερο μοναχική από τις συγγραφικές διαδικασίες. Αν δεν δώσουμε την ευκαιρία σε νέους συγγραφείς να δούνε τα έργα τους σε παραστάσεις, να ακούσουν τον λόγο που έγραψαν ειπωμένο, τη δράση ζωντανή, βιωμένη, πώς θα είναι σε θέση να καταλάβουν τι λειτουργεί και τι όχι, να σκεφθούν πάνω στην τέχνη τους, να αναλογιστούν τα λάθη τους κι εν τέλει να βελτιωθούν και να δημιουργήσουν νέα έργα που θα έχουν προχωρήσει τη σύγχρονη δραματουργία; Πολλάκις στην ιστορία του θεάτρου, πολλά κινήματα – συγγραφείς – σκηνοθέτες, παρομοίασαν το θέατρο με την επιστήμη. Θα έρθω να συμφωνήσω. Αν δεν πειραματιστείς, αν δεν δοκιμάσεις, αν δεν δεις στην πράξη ένα κείμενο – έργο που έχεις γράψει για να παρασταθεί, τότε πώς θα γίνει; Δεν θα εκπληρώσει ποτέ τη λειτουργία του διαφορετικά. Στην καλύτερη περίπτωση θα μείνει άλλο ένα κείμενο σε μικρά τομίδια για ερασιτεχνικές παραστάσεις ή εκδομένες ανθολογίες διαγωνισμών.




Κι έρχομαι, τώρα, στους διαγωνισμούς συγγραφής θεατρικών έργων. Άλλη μια αβεβαιότητα. Πόσοι και πόσοι διαγωνισμοί καταλήγουν να μην δίνουν βραβείο γιατί κανένα έργο δεν στάθηκε στο ύψος των απαιτήσεων; Πόσοι διαγωνισμοί τάζουν ανέβασμα του έργου στη σκηνή και τελικά αυτό δεν συμβαίνει ποτέ; Σε χώρες που τείνουμε να οικτίρουμε λόγω της άσχημης οικονομικής τους κατάστασης και να τις υποτιμούμε εμείς που "γεννήσαμε τον πολιτισμό", δίνονται επιχορηγήσεις στους θιάσους που επιλέγουν να διαβάσουν έργα σύγχρονών τους, ιδιαιτέρως δέ αν το έργο αυτό δεν έχει ξαναπαιχτεί. Σε προηγούμενο άρθρο για το θεατρικό Λονδίνο, παρουσίασα σχετικά εκτενώς την προτίμηση των εκεί θεάτρων στο νέο συγγραφικό αίμα.


Εδώ όμως όχι. Εδώ θα διασκευάσουμε ό,τι λογοτεχνικό έργο υπάρχει και δεν υπάρχει, θα δώσουμε μια "νέα" ματιά σε ένα έργο χιλιοπαιγμένο – ναι, να παίζονται και τα κλασικά δεν λέω, αλλά το παρελθόν πρέπει να κρατά απ' το χέρι το παρόν για να 'χει μέλλον. Όλοι αυτοί οι σπουδαίοι (Σαίξπηρ, Μολιέρος, Ίψεν, Τσέχωφ) έβλεπαν τα έργα τους να παίζονται στη σκηνή, δεν τα κρατούσαν στο συρτάρι τους. Η θεατρική συγγραφή δεν μπορεί να είναι σαν τη ζωγραφική: οι δημιουργοί δεν θα αναγνωριστούν μετά θάνατον. Η αξία τους κερδίζεται παράσταση με την παράσταση, γιατί έτσι κερδίζεται κι η τέχνη τους. Κι αν τα σημερινά έργα δεν είναι όντως καλά, ας μην ξεχνάμε πως έχουμε πάντα την τέχνη που ανταποκρίνεται στην κοινωνία της εποχής της, όλοι μας ως κοινωνία παράγουμε αυτή τη νέα γραφή.


Ονειρεύομαι λοιπόν, κι ας κλείσω μ' αυτήν την ρομαντική κι αθώα λεξούλα, ονειρεύομαι μία σκηνή στο Εθνικό και μία αντίστοιχη στο ΚΘΒΕ (αν μη τι άλλο στα δύο κρατικά θέατρα) που θα παρουσιάζουν αποκλειστικά έργα τωρινά, έργα νέων, σύγχρονων δημιουργών. Σταθερά. Όπως κάποτε έκανε ο Κουν συστηματικά και μας παρέδωσε έτσι Καμπανέλη, Σκούρτη, Μανιώτη, Αναγωστάκη, ο Κουν που όλοι εξαίρουμε μα δεν ακολουθούμε εν προκειμένω το παράδειγμά του...