1. Mind the art
  2. Θέατρο

Το δικό μας σινεμά – ένα ανάλαφρο (;) θέαμα

γράφει η Ιωάννα Λιούτσια

Πρόκειται ίσως για την πιο εμπορική και πιο μεγαλεπήβολη παράσταση της χρονιάς, για την παράσταση που έχει συγκεντρώσει ένα μεγάλο καστ ηθοποιών, χορευτών και μουσικών, ένα καστ μάλιστα που περιλαμβάνει ιδιαίτερα δημοφιλείς και αναγνωρίσιμους ηθοποιούς – παλαιότερους και νέους. Ούτε ο Γιώργος Κωνσταντίνου κι η Ελένη Γερασιμίδου χρειάζονται συστάσεις, ούτε ο Κώστας Κόκλας και ο Παύλος Χαϊκάλης, ούτε όμως και ο Μέμος Μπεγνής ή η Κατερίνα Λέχου. Ανάγλυφο, λοιπόν, το καστ με ηθοποιούς διαφορετικών δυναμικών, διαφορετικών ηλικιών και τύπων που μπορούν να προσφέρουν μια ευρεία γκάμα χαρακτήρων.


Δυστυχώς, όμως, θεωρώ πως οι δυνατότητές τους δεν αξιοποιήθηκαν στο έπακρο από το συγγραφικό και σκηνοθετικό δίδυμο Ρέππα – Παπαθανασίου, οι οποίοι φάνηκαν να εργάζονται κυρίως πάνω στο "κούρδισμα" της παράστασης και έριξαν μάλλον λιγότερο βάρος στη συγγραφή του έργου και στο χιούμορ του. Έχοντας παρακολουθήσει θεατρικές, κινηματογραφικές και τηλεοπτικές τους δουλειές περίμενα από το δίδυμο αυτό περισσότερη λεπτοδουλειά στο κείμενο, ίσως περισσότερη ειρωνεία ή αυτουπονόμευση (σε ελάχιστα σημεία της παράστασης την εντοπίσαμε) και λιγότερο διεκπεραιωτικό λόγο. Είχαν περισσότερο γκελ στο κοινό τα σημεία που κυλούσαν ανάμεσα στην πραγματική εξέλιξη της ιστορίας και στα "γυρίσματα". Θα θέλαμε πάντως να εκφράσουμε μια απορία: για ποιον δραματουργικό λόγο συνδέονταν μόνο τα "δραματικά" τραγούδια με την εξέλιξη της πλοκής και όχι τα υπόλοιπα; Προς τι αυτή η τυχαιότητα των τραγουδιών που συνόδευαν τις σκηνές, πλην των δραματικών;



Σκηνοθετικά η παράσταση δεν είχε να επιδείξει κάτι πέραν της ταξιθέτησης στο χώρο,εκτός από μία πρόταση, μία πολύ σημαντική σκηνοθετική πρόταση αλλά ταυτόχρονα και πολύ θολή τόσο σκηνοθετικά όσο και δραματουργικά. Αν και η επιλογή της χρήσης βίντεο στην παράσταση με βρίσκει σε γενικές γραμμές αντίθετη καθώς θεωρώ ότι δεν προσέφερε κάτι η επιλογή animation – φόντου, μου προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη και αμηχανία η χρήση βίντεο – ντοκουμέντων από τη χούντα, από εξώφυλλα με την υπόθεση της δολοφονίας Λαμπράκη κλπ. Η αμηχανία αυτή προήλθε κυρίως από το γεγονός ότι τα ντοκουμέντα αυτά ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το θέαμα και το χαρούμενο, ποπ 60ς τραγούδι που τραγουδούσαν και χόρευαν επί σκηνής. Και διερωτώμαι: αν αυτή η έντονη αντίστιξη ήταν ο στόχος – γεγονός που θα ήταν απολύτως θετικό κατά την προσωπική μου άποψη – γιατί δεν έγινε με περισσότερη σαφήνεια; Γιατί έγινε μουδιασμένα, "κουτσουρεμένα"; Και ο Μιχάλης Ρέππας και ο Θανάσης Παπαθανασίου έχουν αποδείξει πως έχουν μια θέση και μια οπτική για την πολιτική και την κοινωνία. Γιατί να μην "εκμεταλλευθούν" , λοιπόν, το θέαμα που δημιουργούν και το οποίο στο θέατρο Άλσος παρακολουθούν κάθε βράδυ περί τα 2000 θεατές. Δεν είναι προπαγάνδα, το θέατρο είναι εξ' ορισμού κι εν τη γενέσει του μια πολιτική πράξη.



Καθώς παρακολουθούσα την παράσταση σκεφτόμουν ένα από τα ιδεώδη του Μπρεχτ. Κόσμο που πηγαίνει μαζικά σε χώρους όπου παίζονται παραστάσεις θεαμάτων (όχι θεάτρου με τη στενή έννοια), όπου μπορεί να φάει, να πιει, να μιλήσει ακόμη ακόμη με τον διπλανό του καθώς παρακολουθεί πρόζα και χορό και μουσική και τραγούδι. Και κάπου εκεί να τον ξαφνιάσεις και με αυτό που στ' αλήθεια θέλεις να πεις. Ωραία είναι, λοιπόν, να περνάς τρεις ώρες παρακολουθώντας φτερά και πούπουλα να χορεύουν, όμορφα και ανέμελα περνάς ένα καλοκαιρινό βράδυ σ' ένα θέατρο θερινό, αλλά μήπως – λέω μήπως – η γραμμή που χωρίζει τη διασκέδαση απ' την ψυχαγωγία να μπορεί να είναι τελικά πιο λεπτή;



Υγ. στην αφίσα και το δελτίο τύπου ως σκηνοθέτης, πέρα των Ρέππα-Παπαθανασίου, εμφανίζεται και ο Φωκάς Ευαγγελινός ο οποίος – υποθέτω – ασχολήθηκε κατά βάση με τις χορογραφίες, οι οποίες επί του παρόντος δεν βρίσκονται στην προβληματική αυτού του άρθρου, όπως και τα επιμέρους στοιχεία της καλλιτεχνικής παραγωγής (κοστούμια κλπ).