1. Mind the art
  2. Βιβλίο

«Το δόντι που δακρύζει» | Ποιητική συλλογή της Πελαγίας Φυτοπούλου

Κριτικό σημείωμα του Κώστα Κουτρουμπάκη



Το 1977 οι Pink Floyd κυκλοφόρησαν ένα από τα πολλά τους concept albums, έναν δίσκο δηλαδή που υπηρετεί μια σύλληψη, μια κεντρική ιδέα, πάνω στην οποία αρθρώνονται όλα τα επιμέρους μουσικά κομμάτια. Στο Animals (αυτός είναι ο δίσκος) οι Floyd κατά το οργουελικό πρότυπο της «Φάρμας των Ζώων» δημιουργούν ένα σύμπαν με ανθρώπους - πρόβατα, ανθρώπους - γουρούνια και ανθρώπους - σκυλιά. Μαζοποίηση, καταναλωτισμός κι επιθετικότητα, με μια λέξη καπιταλισμός, στο στόχαστρο του καλλιτέχνη.


Οργουελικής - ζωομορφικής σύλληψης είναι εν πολλοίς και το σύμπαν που στήνει η Πελαγία Φυτοπούλου στη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Το δόντι που δακρύζει». Γορίλλες, κουκουβάγιες, γάτες, πουλιά, βάτραχοι, κατσίκια και οι πανταχού παρόντες σκύλοι συμβολοποιούνται άλλοτε θετικά κι άλλοτε αρνητικά, για να μπουν στην υπηρεσία μιας αληθινά αμείλικτης γλώσσας. Η Φυτοπούλου μάς είχε εισαγάγει σ' αυτήν τη γλώσσα ήδη από την προηγούμενη συλλογή της, τον «Κούκο». Είναι προφανές ότι τα δύο πονήματα όχι μόνο συνομιλούν αλλά συνδέονται οργανικά, αναπόσπαστα και -ας μου επιτραπεί η πρόβλεψη- αποτελούν μέρος μιας τριλογίας που πρόκειται μελλοντικά να ολοκληρωθεί.

Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι από το μικροσκόπιο της Φυτοπούλου περνάει μεγάλο μέρος της παθογένειας του σύγχρονου κόσμου. Ο μικροαστισμός, η βαρβαρότητα που μεταμφιέζεται σε ευαισθησία, η ηλεκτρονική μας μόνωση, το αδυσώπητο πρόσωπο των νοικοκυράκηδων, όπως τους αποκαλούσε ο Γιώργος Ιωάννου, ο σεξισμός και οι έμφυλες σχέσεις ως σχέσεις βίας και εξουσίας, ο καθωσπρεπισμός που αναπαράγεται στους κόλπους της οικογένειας, η ωμότητα των καθεστώτων, ο ραγιαδισμός, η τυφλή υποταγή, η εμπορευματοποιημένη αγάπη, η ανατροπή της φυσικής τάξης των πραγμάτων από τη μηχανιστική «πολιτισμένη» αναπαραγωγή κοινωνικών καρκινωμάτων, η φιλανθρωπία ως υποκριτική ανθρωπιά, το trafficking υπό την ευρεία έννοια, οι βασανιστικοί συγγενείς είναι μερικά από τα θέματα των ποιημάτων του «Δοντιού που δακρύζει».


Υπάρχουν βέβαια και ποιήματα ποιητικής, όπου η ποίηση κι ο ποιητής κατεβαίνουν από το βάθρο, γειώνονται και αντιμετωπίζονται με κριτική διάθεση, όπως άλλωστε και στον «Κούκο», χωρίς όμως ν' απαξιώνεται ούτε το ποιητικό υποκείμενο ούτε η ποίηση ως πράξη. Τουναντίον, δηλώνεται η αγωνία του ποιητή να εκφραστεί και της ποίησης -μ' όλο το μικρό της μέγεθος- να εκφράσει.


Η ποίηση της Φυτοπούλου χαρακτηρίζεται από μια αυθόρμητη, φυσική θα 'λεγε κανείς, σκληρότητα, μια πηγαία δριμύτητα πηγαία, όχι επιτηδευμένη. Είναι στ' αλήθεια οργισμένη αυτή η ποίηση και δε χαρίζεται σε κανέναν και κυρίως στον ίδιο της τον εαυτό.

Τώρα βέβαια, το να στέκεται κανείς ενάντια στη βαρβαρότητα των καιρών μας δεν είναι δα και καμιά πρωτοτυπία. Το ζητούμενο στην τέχνη όμως είναι το πώς, ο τρόπος.


Η Φυτοπούλου με μια εκφραστική λιτότητα αξιοζήλευτη, με ένα ρεαλισμό καραμπινάτο, με «τρεις τουφεκιές στον αέρα», με ένα λεξιλόγιο που συχνά κινείται ανάμεσα στο λουμπενίκι και στο πεζοδρόμιο πετυχαίνει μέσα από τους σουρεαλιστικής κοπής τολμηρούς συνδυασμούς των λέξεων και την αριστουργηματική -σουρεαλιστικού ρεαλισμού- εικονοποιία -απότοκο των σπουδών της στο θέατρο- να φτάσει την ανελέητη ειρωνεία και το δήγμα ως την υπερβολή.


Γιατί όμως τόση οργή;

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι αυτός είναι ο τρόπος της ποιήτριας, ότι έτσι ξεκίνησε τον «Κούκο» και έτσι συνεχίζει το «Το δόντι που δακρύζει». Όμως αυτή δε θα 'ταν μια έντιμη απάντηση, καθώς το 'γιατί' της οργής θα παρέμενε αναπάντητο.


Η αίσθησή μου είναι ότι η Φυτοπούλου επιλέγει συνειδητά να περιγράψει τη φρίκη με φρίκη, να δημιουργήσει με την ποίησή της ένα αντεστραμμένο είδωλο της πραγματικότητας, ένα αντίπαλο δέος, που θα λειτουργήσει ως ανάχωμα στην απανθρωποποίηση και στην επικυριαρχία των αγελαίων ενστίκτων. Η Φυτοπούλου δεν είναι οργισμένη έφηβη ούτε φλεγματικός ή κυνικός ενήλικας. Είναι ένα μικρό παιδί που ξεπερνώντας τις συμβάσεις της παιδικής έκφρασης όχι μόνο φωνάζει το χαμένο του δίκιο αλλά το διεκδικεί συνειδητά κάνοντας αυτό που πρέπει, «πνίγοντας δηλαδή τον γορίλλα στο παιδικό ποτάμι» ή «σφίγγοντας τον λαιμό» όσων του κλέβουν τη ζωή. Δεν είναι τυχαίο που τον ρόλο της κάθαρσης, της αποκατάστασης της διασαλευμένης τάξης, έρχεται στο ποίημα «Παιδί», το οποίο κλείνει τη συλλογή, να παίξει ένα παιδί - κατσίκι, ένα ζωοποιημένο σύμβολο της άδολης αγάπης. Γιατί, προσέξτε, το κεντρικό διακύβευμα της ποίησης της Φυτοπούλου δεν είναι η οργή ή το δήγμα αυτά είναι απλώς το μέσον. Στον πυρήνα βρίσκεται ο Άνθρωπος, δηλαδή ο μαχόμενος άνθρωπος, στον οποίο η Πελαγία ομνύει, αποτίνει φόρο τιμής και σηκώνει το ποτήρι στους αγώνες του.


«Γι' αυτό σας λέω σήμερα να πιούμε σας παρακαλώ να πιούμε» να πιούμε στην υγειά της ποιήτριας και να της ευχηθούμε να μας δώσει κι άλλα τέτοια δημιουργικά χαστούκια που αποκαθιστούν καβαφικά την ιστορική αδικία.