1. Mind the art
  2. Θέατρο

Το θαύμα της πραγματικής συνάντησης

Από τη Θούλη Μισιρλόγλου

Ή Οι «Εν Δυνάμει» και το στοίχημα μιας πραγματικής ιδανικής κοινωνίας (στο θέατρο και στη ζωή)


Ταυτότητα και Ετερότητα, ο Εαυτός και ο Άλλος, η Ανατολή και η Δύση, ο οικείος και ο ξένος, το οικείο και το ανοίκειο, το άσπρο και το μαύρο και άλλα: εμφανίζονται σαν δίπολα, αλλά δεν είναι και δεν πρέπει να είναι, δηλαδή δεν είναι και δεν πρέπει να λέμε ότι είναι, ούτε πρέπει να τα ζούμε σαν να είναι, γιατί δεν είναι χρήσιμο. Με πυρετό γράφω, αλλά με πυρετό και συγκίνηση ίσως διορθώνεται λίγο το πράγμα, ή ίσως μοιάζω μεθυσμένη.



Αυτό που με μεθάει τελευταίως είναι η συγκίνηση. Πείτε ό,τι θέλετε ότι μπορεί να φταίει», αλλά πολύ το χαίρομαι. Ακόμη και με τη ζαλάδα που με πιάνει μετά –κυρίως όταν έχω ζοριστεί για να μην πολυφανούν τα δάκρυα που έχω σκουπίσει (κυρίως σε αίθουσες κινηματογράφου, θεάτρου κτλ) με μικρές, τάχα κρυφές κινήσεις, που πείθουν ακόμη κι εμένα την ίδια ότι δεν έχω σερσεμιάσει.


Και στην περίπτωση της θεατρικής παράστασης «Ο άνθρωπος ανεμιστήρας ή πώς να ντύσετε έναν ελέφαντα» της ομάδας «Εν Δυνάμει» καλά έκανα και τα σκούπισα μερικές φορές, σε μια χειρονομία απόλυτου σεβασμού αφενός απέναντι στο καλλιτεχνικό έργο, αφετέρου απέναντι στην τεράστια δεξαμενή ενανθρωπισμένης αντοχής στην οποία η ομάδα, εντός και εκτός σκηνής, διαρκώς αναφέρεται. 



Γιατί οι «Εν Δυνάμει», μείγμα ατόμων με και χωρίς αναπηρία, διδάσκουν –καλλιτεχνικά- δύναμη: φλογερή και αγαπητική καλλιτεχνική δύναμη όσο δεν πάει. Γιατί το να κάνεις αληθινή και ουσιαστική παράσταση αξιοποιώντας κάθε μέλος (που είναι κάθε ηθοποιός) ενός σώματος (που είναι η ομάδα), με όλες τις δυνάμεις σου και τις αδυναμίες συντονισμένες, τις αναπηρίες και μη σε απόλυτη ευχρησία, είναι άθλος.


Και η παράσταση είναι χάρμα. Και τελικά βαθιά πολιτική όπως κάθε καλή τέχνη –και σπάνια είναι τέτοια τα εξ αρχής βαφτισμένα «πολιτικά έργα», που τα ακούω και σκιάζομαι (συνήθως).


Αν και βασισμένη σε μια σειρά από καθημερινές, "ξεχωριστές" ιστορίες για την αναπηρία, τη διαφορετικότητα και τους ανθρώπους γύρω από αυτήν –άρα φαινομενικά ευεπίφορη στη μελό συναισθηματολογία-, η παράσταση είναι πλήρως ενταγμένη στο πεδίο της τέχνης. Με υπέροχη σκηνοθεσία, εξαιρετικό λόγο δραματουργικό και ανθρώπινο (συντεθειμένο με βάση τις εμπειρίες των ίδιων των μελών της ομάδας), καταπληκτικούς νέους και ασκούμενους ηθοποιούς: μαζί τους ταλαντώνεσαι διαρκώς ανάμεσα σε όλα τα αισθήματα μιας πραγματικότητας, όπου το πιο απλό πράγμα γίνεται σύνθετο, επαναλαμβανόμενο, αστείο, τραγικό ή συχνά ακατάληπτο ή από την άλλη το πιο σύνθετο, σοκαριστικό γεγονός μπορεί να γίνεται καθημερινό.



Κι αν για λίγο νιώσεις ενοχή για τα αισθήματά σου απέναντι στον διαφορετικό –ειδικά όταν είναι μπροστά σου-, την ίδια στιγμή παύεις και να έχεις, γιατί η παράσταση κατορθώνει να σε κάνει να θέλεις να τον συναντήσεις. Και ακριβώς σ’ εκείνη τη φευγαλέα στιγμή που αποφασίζεις να τον συναντήσεις, εκεί (και τότε) συμβαίνει ένα θαύμα. Ο εαυτός σου διαμεσολαβείται από τον Άλλο κι αυτή είναι η συνείδηση: «επείγουσα συναίσθηση ενός προορισμού, που οδηγεί στον άλλο άνθρωπο κι όχι σε μια αιώνια επιστροφή στον εαυτό μας».


Μ’ αυτή την έννοια, η ‘διαφορά’ δεν είναι συνώνυμο της ετερότητας, αλλά γίνεται εκείνο το δυναμικό, συχνά απειλητικό στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει ταυτότητα και ετερότητα τη στιγμή που η μία υπερβαίνει την άλλη: με άλλα λόγια η ‘διαφορά’ γίνεται το κρίσιμο συστατικό που μπορεί να μετατρέψει εσένα κι εμένα τη στιγμή που κοιταζόμαστε δραστικά στα μάτια.


Κι έτσι, εκεί, δίπλα στο φόβο, στην ντροπή, στο θυμό, στην υποχρέωση, την καθήλωση ή την αντίδραση, κουρνιάζουν η αγάπη, η συνήθεια, η δύναμη, η αντοχή, η στοργή, η πράξη. Όλες οι σκοτεινές σκέψεις που περνούν από το μυαλό καθενός μας αντικρίζοντας την αναπηρία στην παράσταση ακούγονται –και μάλιστα από το στόμα ‘παθόντων’: κι αφού ακούγονται, μοιράζονται. Κι αφού μοιράζονται, το ανθρώπινο πρόσωπο έχει αναγνωριστεί, τα διαχωριστικά τείχη έχουν πέσει, ο δρόμος προς την ανθρωπινότητα γίνεται πολύ πιο σύντομος απ’ όσο είχα ονειρευτεί και ο πλούτος μας πολύ πιο εύκολος απ’ όσο είχα φανταστεί. Ακούς, αγάπη μου; Γιατί σε βλέπω. Και σ’ ακούω πια επίσης.

 

Κλειώ Αντωνοπούλου, Βάσω Ασίκογλου, Μαρία Δαχλύθρα, Ελευθερία Δρακουλίδου, Μαργαρίτα Καϊναδά, Δημήτρη Καλαγκάνη, Κίμωνα Καλαγκάνη, Άννα Καλίντσεβα, Αναστασία Καριοφύλλη, Ευαγγελίνα Καριοφύλλη, Μαρία Κολτσίδα, Βαγγέλη Κοσμίδη, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Νίκο Κυπαρίσση, Παρμενίωνα Κυριακούλη, Ευτέρπη Κώστα, Λωξάνδρα Λούκας, Δημήτρη Μέξη, Αγγελική Μούσιου, Θάνο Νανάση, Μιχάλη Ντολόπουλε, ήσασταν όλοι υπέροχοι!

Κι εσείς οι «πίσω», επίσης!