1. Θέματα

8 Φεβρουαρίου: Ἰούλιος Βέρν.

Τοῦ Τάσου Γέροντα


Γεννήθηκε σάν σήμερα τό 1828. Φαντάστηκε – μεταξύ ἄλλων – τό ἑλικόπτερο, τό δίκτυο τῶν παγκόσμιων τηλεπικοινωνιῶν καί τά διαστημικά ταξίδια σέ μία σειρά ἀπό μυθιστορήματα πού μάγεψαν πολλές γενιές ἐφήβων καί ὄχι μόνο. Ὁ λόγος εἶναι γιά τόν μεγάλο Γάλλο συγγραφέα Ἰούλιο Βέρν καί γιά τή σειρά τῶν 54 μυθιστορημάτων του πού εἶχαν ἐκδοθεῖ μέ τόν γενικό τίτλο «Θαυμαστά ταξίδια».


Ὅμως ἄς ξεκινήσουμε τό ταξίδι μας ἀπό τήν ἀρχή.



Ὁ Ἰούλιος Βέρν γεννήθηκε στίς 8 Φεβρουαρίου τοῦ 1828 στή Ναντ, παραθαλάσσια πόλη τῆς Γαλλίας στίς ἀκτές τοῦ Ἀτλαντικοῦ, καί ἦταν τό μεγαλύτερο ἀπό τά πέντε παιδιά ἑνός δικηγόρου, τοῦ Πέτρου Βέρν, καί τῆς συζύγου του Σοφίας Ἀλλότ ντέ λά Φυΐ (Sophie Allote de la Fuÿe), πού καταγόταν ἀπό οἰκογένεια εὐγενῶν. Ὁ πατέρας του σκεπτόταν νά πάρει τόν Ἰούλιο στό γραφεῖο του ὅταν θά μεγάλωνε. Ἀλλά ὁ μικρός καί εὐφάνταστος Ἰούλιος εἶχε ἄλλες προθέσεις. Καθώς ἦταν περιτριγυρισμένος ἀπό πλοῖα καί ναυτικούς, ἀγάπησε τή θάλασσα καί τίς ζωές καί περιπέτειες τῶν ναυτικῶν. Μά ὁ ἀρχικός του πόθος νά γίνει ναυτικός δέν πραγματοποιήθηκε ποτέ, παρά μονάχα στίς σελίδες τῶν μυθιστορημάτων του. Ὁ Ἰούλιος τελείωσε τό γυμνάσιο στή Ναντ. Μετά τό λύκειο πῆγε στό Παρίσι γιά νά σπουδάσει νομικά καί νά πάρει τήν ἄδεια τοῦ δικηγόρου, ὥστε νά ἀναλάβει ἀργότερα τό δικηγορικό γραφεῖο τοῦ πατέρα του. Ὡς φοιτητής στό Παρίσι ὁ Βέρν ζοῦσε στίς τυπικές φοιτητικές συνοικίες μέ ἕνα πενιχρό ἐπίδομα, τό περισσότερο ἀπό τό ὁποῖο τό ξόδευε στά βιβλιοπωλεῖα καί στά θέατρα. Ἡ δίψα γιά διάβασμα ἦταν ἀκόρεστη καί ρουφοῦσε ὁποιοδήποτε βιβλίο μποροῦσε νά ἀγοράσει ἤ νά δανειστεῖ. Μάλιστα ἄρχισε νά γράφει καί νά ἔχει ἐπαφή μέ τόν κόσμο τῶν λογοτεχνῶν, μεταξύ ἄλλων μέ τούς Ἀλέξανδρο Δουμᾶ τόν πρεσβύτερο καί τόν υἱό, ὅπως καί μέ τόν Βίκτωρα Οὑγκώ, ἀπό τούς ὁποίους ἔμαθε πολλά πού τόν ὠφέλησαν ἀργότερα. Ὅταν ὁ πατέρας Βέρν ἀνακάλυψε ὅτι ὁ γιός του περισσότερο ἔγραφε παρά μελετοῦσε νομικά, ἀπέσυρε τήν οἰκονομική του ὑποστήριξη. Ὁ Ἰούλιος τότε ἀναγκάστηκε νά ἐργαστεῖ ὡς χρηματιστής, ἐπάγγελμα πού μισοῦσε παρά τό γεγονός ὅτι ἦταν ἐπιτυχημένος σ' αὐτό.


Ἡ γνωριμία του μέ τόν ἐκδότη Πιέρ-Ζύλ Ἐτζέλ θά τόν στρέψει ὁλοκληρωτικά στή λογοτεχνία, «τή μόνη πηγή γιά τήν ἀληθινή εὐτυχία», ὅπως ἔλεγε. Ὁ Ἐτζέλ ἤξερε πῶς νά πλασάρει τό συγγραφικό ταλέντο τοῦ Βέρν στήν ἀγορά. Πρῶτα κυκλοφοροῦσε τά μυθιστορήματά του σέ συνέχειες, μετά σέ ὁλοκληρωμένη μορφή καί τέλος σέ πολυτελή χρυσοκόκκινη συσκευασία. (Σᾶς θυμίζει κάτι;)


Ἡ τεχνολογική ἔκρηξη τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 19ου αἰώνα προμήθευσε στόν Βέρν τό ἀπαραίτητο ὑλικό γιά πολλά ἀπό τά ἔργα του. Στά μυθιστορήματά του μιλᾷ γιά ὑποβρύχια, ἱπτάμενες μηχανές, οὐρανοξύστες, γιά τήν κατάκτηση τῆς Σελήνης. Ἡ ἱκανότητά του νά συνδυάζει τήν πραγματικότητα μέ τόν μύθο καί νά τοποθετεῖ τήν ἱστορία του σέ ἐξωτικά μέρη, ἐκτόξευσαν τή φήμη του ἀπό πολύ νωρίς.


Τά γνωστότερα ἔργα του εἶναι: «Ταξίδι στό κέντρο τῆς Γῆς» (1864), «Ἀπό τή Γῆ στή Σελήνη» (1865), «20.000 λεῦγες κάτω ἀπό τή θάλασσα» (1869) καί «Ὁ γύρος τοῦ κόσμου σέ 80 ἡμέρες» (1873), τά ὁποῖα καί σταθεροποίησαν τή φήμη τοῦ συγγραφέα σ' ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τό 1876 ἐκδόθηκε τό πολιτικό δρᾶμα «Μιχαήλ Στρογκόφ». Τό ἔργο αὐτό γυρίστηκε ἀργότερα σέ ὁμιλούσα κινηματογραφική ταινία, κάτι πού δέν μπόρεσε νά συλλάβει ἡ ἰσχυρή φαντασία τοῦ Βέρν.

Παρά τίς ἐπιτυχίες του, δέν κατάφερε τό 1883 νά γίνει μέλος τῆς Γαλλικῆς Ἀκαδημίας, ὅπως ἦταν ἡ ἐπιθυμία του.


Ὁ Ἐτζέλ ἐπηρέασε σημαντικά τά γραπτά τοῦ Βέρν, ὁ ὁποῖος ἦταν τόσο χαρούμενος πού βρῆκε ἕναν πρόθυμο ἐκδότη ὥστε συμφώνησε σχεδόν σέ ὅλες τίς ἀλλαγές πού τοῦ πρότεινε. Μία ἀπό τίς πιό σημαντικές ἀλλαγές πού ὁ Ἐτζέλ ἐπέβαλε στόν Βέρν ἦταν ἡ υἱοθέτηση τῆς αἰσιοδοξίας στά μυθιστορήματά του. Ἐπίσης, γιά νά μήν προσβάλει τόν στρατιωτικό σύμμαχο τῆς Γαλλίας ἐκείνη τήν ἐποχή, τή Ρωσική Αὐτοκρατορία, ἡ καταγωγή καί τό παρελθόν τοῦ πλοιάρχου Νέμο ἄλλαξαν σημαντικά. Ἀρχικά ἦταν Πολωνός πρόσφυγας, πού ἤθελε νά ἐκδικηθεῖ γιά τή διαίρεση τῆς πατρίδας του καί τόν θάνατο τῆς οἰκογένειάς του ἀπό τούς Ρώσους. Τελικά ὅμως ἔγινε Ἰνδός πρίγκιπας πού ἀγωνίζεται κάτω ἀπό τή θάλασσα ἐναντίον τῆς Βρετανικῆς Αὐτοκρατορίας μετά τήν Ἰνδική Ἐξέγερση τοῦ 1857.


Τό 1863 ὁ Βέρν ἔγραψε ἕνα μυθιστόρημα μέ τίτλο «Τό Παρίσι στόν 20ό αἰῶνα», ὅπου ἕνας νεαρός ἄνδρας ζεῖ σ' ἕναν κόσμο μέ γυάλινους οὐρανοξύστες, τρένα ὑψηλῆς ταχύτητας, αὐτοκίνητα πού κινοῦνται μέ φυσικό ἀέριο, ἀριθμομηχανές κι ἕνα παγκόσμιο δίκτυο ἐπικοινωνιῶν, ἀλλά δέν μπορεῖ νά βρεῖ τήν εὐτυχία καί καταλήγει σ' ἕνα τραγικό τέλος. Ὁ Ἐτζέλ σκέφτηκε ὅτι ἡ ἀπαισιοδοξία τοῦ μυθιστορήματος θά ἔβλαπτε τήν ἀκμάζουσα καριέρα τοῦ Βέρν καί πρότεινε νά περιμένει 20 χρόνια γιά νά τό δημοσιεύσει. Ὁ Βέρν ἔβαλε τό χειρόγραφο σέ ἕνα ἀσφαλές σημεῖο, ὅπου ἀνακαλύφθηκε τό 1989 καί δημοσιεύθηκε τό 1994.

Τά τελευταῖα τριάντα χρόνια τῆς ζωῆς του τά πέρασε στήν Ἀμιένη τῆς Βόρειας Γαλλίας, γενέτειρα τῆς γυναίκας του. Τό 1886 ὁ Ἰούλιος Βέρν βίωσε δύο τραγωδίες: τραυματίστηκε σοβαρά στό πόδι ἀπό πυροβολισμό τοῦ παρανοϊκού ἀνηψιοῦ του Γκαστόν καί ἔχασε τόν ἀγαπημένο του ἐκδότη, πού ἔφυγε ἀπό τή ζωή. Ἕξι χρόνια μετά, ὁ καταρράκτης πού τόν ταλαιπωροῦσε, μείωσε κατά πολύ τήν ὅρασή του καί στίς 24 Μαρτίου 1905 ἄφησε τήν τελευταία του πνοή, σέ ἡλικία 77 ἐτῶν, ὑποφέροντας ἀπό διαβήτη καί παράλυση. Ὁ Ἰούλιος Βέρν εἶχε ἕναν γιό, τόν Μισέλ, ὁ ὁποῖος ἐπιμελήθηκε τά ἡμιτελή του μυθιστορήματα καί συνέβαλε στή διάδοση τοῦ ἔργου του.


Ὁ Ἰούλιος Βέρν ἦταν ἕνας ἀπό τούς πρωτοπόρους τῶν μυθιστορημάτων ἐπιστημονικῆς φαντασίας. Ὁ ἴδιος θεωροῦσε τόν ἑαυτό του συγγραφέα ὅπως τό ὀνόμαζε «ἐπιστημονικῶν ἐκπαιδευτικῶν μυθιστορημάτων»: ὁ προσεκτικός ἀναγνώστης θά πληροφορηθεῖ πολλά γιά τή χλωρίδα, τήν πανίδα, τή γεωγραφία καί τήν ἱστορία τῶν περιοχῶν ὅπου διαδραματίζονται τά ἔργα του. Ὁρισμένα κεφάλαια τῶν ἔργων του εἶναι καθαρά καί μόνον πληροφοριακοῦ χαρακτήρα, ὅπως π.χ. τό πρῶτο κεφάλαιο («Τό σκλαβοπάζαρο») στό δεύτερο μέρος («Στήν Ἀφρική») τοῦ μυθιστορήματος «Ὁ δεκαπενταετής πλοίαρχος». Ἔτσι καί οἱ διάφορες ἐπινοήσεις στά ἔργα του δέν εἶναι προϊόντα φαντασίας, ἀλλά προσεκτικά ἑρευνημένες πιθανότητες.


Ὁ Βέρν εἶναι ὁ δεύτερος πιό μεταφρασμένος συγγραφέας στόν κόσμο (μετά τήν Ἀγκάθα Κρίστι). Ὁ Βέρν ἀναφέρεται συχνά ὡς ὁ «Πατέρας τῆς ἐπιστημονικῆς φαντασίας», τίτλο πού μερικές φορές μοιράζεται μέ τόν Χιοῦγκο Γκέρνσμπακ καί τόν Χ. Τζ. Γουέλς. Τά ἔργα του εἶχαν μεγάλη ἀπήχηση καί διαμόρφωσαν τούς χαρακτῆρες ἑκατομμυρίων ἐφήβων στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ. Πέρα ἀπό τήν ἀνάπτυξη τοῦ πνεύματος τῆς ἀναζήτησης καί τήν ἐμπλοκή τοῦ μέσου ἀναγνώστη στήν τεχνολογία, κάτι πού δέν ἦταν καί πολύ συνηθισμένο τότε, γνωρίζουμε ὅτι ὁδήγησαν γνωστούς ἐπιστήμονες καί ἐφευρέτες στήν ὑλοποίηση ἰδεῶν πού «δανείστηκαν» ἀπό τόν μεγάλο Γάλλο συγγραφέα. Γιά παράδειγμα, ὁ πρωτοπόρος Ἀμερικανός σχεδιαστής ὑποβρυχίων Σάιμον Λέικ ἔλεγε ὅτι πολλές ἀπό τίς ἰδέες του τίς εἶχε δανειστεῖ ἀπό τό βιβλίο «20.000 λεύγες υπό την θάλασσα». Τόν ἴδιο θαυμασμό γι' αὐτό τό βιβλίο εἶχε καί ὁ Γάλλος ἐξερευνητής τῶν βυθῶν Ζάκ Ὕβ Κουστό. Ὁ Βραζιλιάνος Ἀλμπέρτο Σάντος-Ντιμόν, ὁ ὁποῖος κατασκεύασε τό πρῶτο ἐπιχειρησιακά πλῆρες πηδαλιουχούμενο ἀερόστατο τό 1901 καί ἕνα ἀπό τά πρῶτα ἀεροπλάνα τό 1906, ἀπέδιδε στόν Ἰούλιο Βέρν τήν ἔμπνευσή του γι' αὐτές τίς ἐφευρέσεις του. Ὁ Ρῶσος Ἰγκόρ Σικόρσκι συνήθιζε νά λέει ὅτι πηγή τῆς ἔμπνευσής του γιά τήν κατασκευή τῶν ἑλικοπτέρων του ἦταν τό βιβλίο τοῦ Βέρν «Ροβῆρος ὁ κατακτητής». Εἶναι ἐπίσης γνωστό ὅτι καί οἱ τρεῖς μεγάλοι πρωτοπόροι τῆς πυραυλικῆς τεχνολογίας, ὁ Ρῶσος Κονσταντίν Τσιολκόφσκι, ὁ Αὐστρογερμανός Χέρμαν Ὄμπερτ καί ὁ Ἀμερικανός Ρόμπερτ Γκόνταρντ εἶχαν ἐμπνευσθεῖ ἀπό τό βιβλίο τοῦ Βέρν «Ἀπό τή Γῆ στή Σελήνη». Τέλος, ὁ Ἀμερικανός ἐξερευνητής τῶν Πόλων Ρίτσαρντ Μπέρντ, ἐπιστρέφοντας ἀπό μία πτήση πάνω ἀπό τόν Νότιο Πόλο, εἶπε «Ὁ Ἰούλιος Βέρν μέ ὁδήγησε σέ αὐτό τό ταξίδι», ἀναφερόμενος στά βιβλία «Οἱ περιπέτειες τοῦ πλοιάρχου Χατεράς» καί «Τό μυστήριο τῆς Ἀνταρκτικῆς».


Γιά ἐμᾶς τούς Ἕλληνες σημαντικότερη εἶναι ἴσως ἡ περίπτωση τοῦ Ἀνδρέα Ἐμπειρίκου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἐμπνεύστηκε τό ὀκτάτομο μυθιστόρημα-ποταμό «Ὁ Μεγάλος Ἀνατολικός» ἀπό τό βιβλίο τοῦ Βέρν «Ἡ πλωτή νῆσος», ἀλλά συμπεριέλαβε καί τόν μεγάλο Γάλλο συγγραφέα μεταξύ τῶν ἐπιβατῶν τοῦ ὑπερωκεάνιου πού ἔδωσε τό ὄνομά του στό βιβλίο.


Τό 1993 κυκλοφόρησε τραγούδι μέ τίτλο «Ἰούλιος Βέρν» μέ ἑρμηνεύτρια τήν Ἀλέκα Κανελλίδου, σέ μουσική τοῦ Λαυρέντη Μαχαιρίτσα καί στίχους τοῦ Ἄκου Δασκαλόπουλου.