1. Mind the art
  2. Βιβλίο

Χλόη Κουτσουμπέλη: «Η Ποίηση επανασυστήνει τον κόσμο και εμάς τους ίδιους»

του Θοδωρή Μπόνη


Αποτελούμενο από τριάντα ένα ποιήματα, η ένατη κατά σειρά ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, που φέρει τον τίτλο «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» και κυκλοφορείται από τις εκδόσεις Πόλις, μιλάει με χιουμοριστικό τόνο για την απελπισία, τη θλίψη, τον πόνο, το ψέμα και το μίσος. Η παρουσία ενός προλογικού και ενός επιλογικού ποιήματος μαρτυρά την εσωτερική συνοχή της συλλογής ενώ τα ποιήματα εμφανίζουν ευελιξία στη μορφή αποκτώντας συχνά πεζολογικά χαρακτηριστικά.


Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει,

μαύρα φτερά πάνω στον πάγκο.

Το ψέμα πάλι,

που ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια,

αλευρώνεται πρόβατο φίλος

για να κρύψει τον λύκο από κάτω

η θλίψη όμως, αχ! η θλίψη

έχει βάλει το κεφάλι της στον φούρνο

προσφέρει τα χέρια της κουλούρια

μαζί με τον καφέ της παρηγοριάς.

Η ελπίδα γυαλίζει τα ποτηράκια του κονιάκ

σαν κάποιος να επρόκειτο,

όσο για τον γνωστό Γιάννη,

λίγες μέρες πριν τα γενέθλια,

μόνος του κερνά και μόνος πίνει.

Τα αυγά της γειτόνισσας

αισθητά πιο μεγάλα

τσιτσιρίζουνε με μπέικον.

Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα,

ενθαρρύνει το ένα το άλλο

μέσα στο τηγάνι.

Έτσι φουσκώνει το πρωί Κυριακής,

αρχή Νοέμβρη, μες στο σπίτι της,

σε σβώλους μες στην κατσαρόλα.

Πάλι έκαψες τη μέρα σου,

λέει η γιαγιά που μπαίνει στην κουζίνα

με ένα πανέρι μήλα

που φιλοξενούν οικόσιτο σκουλήκι,

αφού όπως όλοι ξέρουμε,

το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει.

«Πρωινή σύναξη στην κουζίνα»


Πώς προέκυψε η ιδέα του τίτλου;


Υπάρχει ένα ομώνυμο ποίημα στη συλλογή που θεωρώ καθοριστικό για το ύφος αυτής της συλλογής. Επίσης, πάντα εύρισκα πολύ γοητευτικά όλα τα σημειώματα που μπορεί να βρει κάποιος σε έρημα σπίτια, ειδικά αν πρόκειται για σημειώματα αυτοκτονίας ή σφοδρού έρωτα, γιατί αποτελούν οριακά και γνήσια σπαράγματα ψυχής. Από την άλλη, όμως, στο τέλος του ποιήματος με τίτλο «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» υπάρχει η συμβουλή προς τον αναγνώστη να μην εμπιστεύεται αυτούς που γράφουν σημειώματα, γιατί εννέα στις δέκα φορές επινοούν. Και εδώ ακριβώς σ' αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη, δηλαδή στην μυθοπλαστική ιδιότητα της τέχνης, βρίσκεται η μαγεία της ποίησης. Όσο για την οδό Ντεσπερέ ή Δεσπεραί όπως, επίσης, λέγεται και είναι υπαρκτή οδός στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, είναι στο μυαλό μου συνυφασμένη με δικά μου παιδικά και εφηβικά βιώματα. Επιπλέον παίζω με τη λατινική ρίζα της απελπισίας. Η οδός Ντεσπερέ λοιπόν είναι ένας δρόμος τραύμα όπου η φαντασία εμπλέκεται με την πραγματικότητα, όπου όλα είναι δυνατά και ταυτόχρονα αδύνατα και κυρίως απέλπιδα. Είναι επίσης η οδός της επινόησης αλλά και της αλχημείας όπου ο πόνος και η απώλεια μετατρέπονται σε τέχνη.


Επιλέξατε ένα προλογικό και ένα επιλογικό ποίημα στη συλλογή σας ενώ αρκετά από τα ποιήματά σας διέπονται από εσωτερική συνοχή. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα;


Έτσι κι αλλιώς πάντα ήταν η πεποίθησή μου ότι η σειρά των ποιημάτων σε μία συλλογή πρέπει να είναι τέτοια που να υπάρχει και συνοχή και αλληλουχία αλλά και ένα είδος πλοκής. Κάθε ποιητική συλλογή στην πραγματικότητα διηγείται μία ιστορία, απλώς συνήθως υπάρχουν κενά, σιωπές και παύσεις ανάμεσα στις σκηνές και στα επεισόδια που ο αναγνώστης συχνά αγνοεί. Σ' αυτή τη συλλογή, περισσότερο παρά ποτέ υπάρχει μία ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, υπάρχουν, επίσης, πάρα πολλές αναφορές στη λογοτεχνία και αυτό σημαίνει ότι παρεμβάλλονται ψηφίδες από κλασικά μυθιστορήματα, γκουβερνάντες με το όνομα Τζέιν Μποντ, φαντάσματα συγγραφέων, λογοτεχνικοί ήρωες με ρεντιγκότα και χέρια βουτηγμένα στο μελάνι, εμβόλιμες δηλαδή μικρές ιστορίες από ξένα αναγνώσματα που παίζουν και αυτές τον ρόλο τους στην πλοκή.


Το βιβλίο σας αποτελείται κατά κόρον από εκτενή ποιήματα που αποκτούν ενίοτε πεζολογικά χαρακτηριστικά. Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.


Δεν με φοβίζουν τα πεζολογικά χαρακτηριστικά στην ποίηση αρκεί να υπάρχει στο ποίημα ρυθμός, μουσικότητα και αρμονία. Επίσης, πολλές φορές ο αφηγηματικός χαρακτήρας των ποιημάτων, όταν δεν γίνονται φλύαρα, βοηθάει στην εσωτερική συνοχή και στην καλύτερη κατανόηση της όλης σύνθεσης της συλλογής.


Ποιες ήταν οι βασικές λογοτεχνικές σας επιρροές;


Από μικρή διάβαζα πάρα πολύ. Δεν μπορώ να απομονώσω και να εντοπίσω τι από όλα τα διαβάσματά μου αυτά τα πενήντα χρόνια με επηρέασε περισσότερο. Σίγουρα θεωρώ πολύ σημαντικές τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Σικελιανό, τους ποιητές της γενιάς του '30 αλλά και τους πιο σύγχρονους Έλληνες και ξένους, τις βαθυστόχαστες ποιήτριες όπως την Ντίκινσον, τη ρομαντική Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνιγκ, την Τζόυς Μανσούρ και την Αν Σέξτον με το αιχμηρό και έμφυλο χαρακτήρα της ποίησής τους, τα κλασικά μυθιστορήματα και όλα τα αναγνώσματά μου ως τώρα. Νομίζω ότι τα έχω αφομοιώσει όλα και αποτελούν αυτό που είμαι και αυτό που γράφω, νιώθω ένας μικρός απειροελάχιστος κρίκος σε μία τεράστια αλυσίδα που ξεκίνησε μία μέρα στην Εδέμ όταν η Εύα έγραψε την πρώτη λέξη σε ένα χαρτί και αυτή η αίσθηση της συνέχειας μέσα στους αιώνες είναι νομίζω και η σύνδεσή μας με όλους τους ποιητές και τις ποιήτριες πριν και μετά από μας.


Στο βιβλίο σας κυριαρχούν συναισθήματα όπως ο πόνος, η απώλεια, η μοναξιά και η νοσταλγία. Γιατί επιλέξατε να επενδύσετε τα ποιήματά σας με χιουμοριστικό και πιο ανάλαφρο ύφος;


Γιατί ήθελα να αποφύγω τον μελοδραματισμό και τα ζαχαρωμένα δάκρυα, γιατί ήθελα να ξορκίσω τους δαίμονές μου γελώντας μαζί τους, γιατί γενικά στη ζωή μου το χιούμορ είναι για μένα άμυνα και μέσο επιβίωσης. Και γιατί ο Ίταλο Καλβίνο σε μία διάλεξη που θα έκανε στο Χάρβαρντ έγραψε ότι ο λόγος που ο Περσέας κοίταξε το πρόσωπο της Μέδουσας μέσα στον καθρέφτη της ασπίδας του και δεν πέτρωσε, είναι γιατί δεν αντέχουμε να κοιτάμε την φρίκη και τον πόνο κατάματα. Είναι ίσως λοιπόν ένας κοινός τόπος της λογοτεχνίας να προσεγγίζει αυτό που δεν μπορεί να αντέξει με έναν πιο ανάλαφρο τρόπο. Ας μην ξεχνάμε ότι και στις τραγωδίες οι πιο αιματηρές και δραματικές σκηνές περιγράφονταν από κάποιον τρίτο, βοσκό ή αγγελιοφόρο και δεν παίζονταν επί σκηνής. Και ειλικρινά είναι και ο δικός μου τρόπος να αντέξω τα δικά μου τραύματα και τις δικές μου απώλειες.


Θα συμφωνούσατε με τον ορισμό του James Branch Cabell για την Ποίηση ότι είναι «η επανάσταση του ανθρώπου ενάντια σε αυτό που είναι»;


Θα συμφωνούσα με την έννοια ότι η ποίηση είναι σίγουρα μία απόδραση από τα περιοριστικά καθημερινά δεσμά της ανθρώπινης ύπαρξης. Ότι μας μεταφέρει σε μία άλλη διάσταση, όπου ξαφνικά βαθαίνουμε και πλαταίνουμε, τα όρια του χρόνου και του τόπου καταλύονται, τα αντικείμενα παύουν να είναι χρηστικά και διαστέλλονται, συστέλλονται, πετούν ή κολυμπούν, ένα παπούτσι μπορεί να μετατραπεί σε μία λευκή φάλαινα στο φεγγάρι και όλα ανατρέπονται συνεχώς. Ταυτόχρονα υπάρχει μία άμεση επικοινωνία με τον άλλο μας εαυτό, αυτόν που υπάρχει κάτω από την κορυφή του παγόβουνου, μέσα στο αρχικό τραύμα, μέσα στην πληγή του φύλου μας. Η Ποίηση είναι σίγουρα μία επαναστατική διαδικασία, σπάει τον φλοιό, την τάξη, την ευνομία των πραγμάτων και επανασυστήνει τον κόσμο και εμάς τους ίδιους.


Αναφέρεστε στο στίγμα που αφήνει πίσω του ο χρόνος κάνοντας τα πάντα γύρω μας να γερνούν. Τελικά το μόνο αναλλοίωτο είναι η αγάπη όπως γράφετε στο δέκατο μέρος της ποιητικής σύνθεσης «Η Αντιγόνη γερνά»;


Επανέρχομαι ξανά και ξανά στα βιβλία μου στην έννοια της αγάπης γιατί κι εγώ προσπαθώ να την προσδιορίσω αν και η αγάπη βιώνεται και επομένως δεν αναλύεται. Νομίζω όμως ότι μόνο μέσω αυτής δικαιώνουμε την ύπαρξή μας ως ανθρώπινα όντα και μόνο μέσω αυτής μπορούμε κάποια στιγμή να εξελιχτούμε και να περάσουμε σε μία πιο πνευματική και λιγότερο υλιστική διάσταση.


Γιατί γράφετε ότι οι «νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ»;


Γιατί για μένα υπάρχουν κύκλοι που κλείνουν και ολοκληρώνονται και είναι λάθος να προσπαθούμε να γυρίσουμε πίσω σε κάτι που έχει εξαντληθεί. Επίσης πολλές φορές εγκλωβιζόμαστε σε μία νεκρή ζώνη συναισθημάτων γιατί δεν έχουμε το κουράγιο να εξερευνήσουμε κάτι καινούργιο.


Έχετε ασχοληθεί με την ποίηση, το μυθιστόρημα και τη συγγραφή θεατρικών κειμένων. Ποιο είδος γραφής είναι αυτό που σας συναρπάζει περισσότερο και ποιο πιστεύετε ότι είναι το πιο δύσκολο;


Ο έρωτάς μου είναι η ποίηση και αυτή με συναρπάζει περισσότερο. Κάποια περίοδο της ζωής μου έκανα μία προσπάθεια να την απαρνηθώ και για χρόνια ολόκληρα απέφευγα να γράφω ποιήματα σε μία προσπάθεια να ισορροπήσω. Η ποίηση τότε μου επιτέθηκε πιο άγρια και βάναυσα από ποτέ και με κυρίεψε ολόκληρη. Από τότε της είμαι αφοσιωμένη. Το μυθιστόρημα με γοητεύει γιατί μου προσφέρει τη δομή και τη συγκρότηση που χρειάζομαι πολλές φορές για να προσγειώνομαι και ο θεατρικός λόγος μοιάζει αρκετά στην ελλειπτικότητα του με την ποίηση αλλά είναι πιο καθημερινός. Νομίζω ότι το μυθιστόρημα είναι το πιο δύσκολο από όλα γιατί χρειάζεται οργάνωση, πλοκή, χρόνο, σκέψη, ζωντανούς και πρωτότυπους χαρακτήρες και είναι πιο εύκολο να πέσει κάποιος στην παγίδα της κοινοτοπίας.



Συγγραφέας: Χλόη Κουτσουμπέλη

Τίτλος: Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

Μακέτα εξωφύλλου-συντονισμός έκδοσης: Μαρία Τσουμαχίδου

Επιμέλεια-διόρθωση: Στέλα Αλισάνογλου

Εκδόσεις: Πόλις (2018)

Σελίδες: 64